εγκόλπωση


εγκόλπωση
η
αποδοχή, ενστερνισμός («εγκόλπωση θεωρίας»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γαστρίδιο — Ένα από τα αρχικά στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Προέρχεται από ένα βλαστίδιο με μια διαδικασία εγκόλπωσης που αποκαλείται γαστριδίωση. Η αυλάκωση τελειώνει με τη διευθέτηση των βλαστομεριδίων γύρω από μια κεντρική κοιλότητα. Στη συνέχεια, το… …   Dictionary of Greek

  • εμβρυολογία — Επιστήμη που μελετά την ανάπτυξη των οργανισμών, από τις πρώτες διαιρέσεις του ζυγωτού έως την ολοκλήρωση του σχηματισμού των οργάνων του ατόμου. Οι μέθοδοι που ακολουθεί είναι περιγραφικές (ε. των φυτών· ε. των ζώων· ε. του ανθρώπου),… …   Dictionary of Greek

  • ευγληνοειδή — τα μαστιγοφόρα πρωτόζωα με βοθριοειδή εγκόλπωση στο πρόσθιο άκρο τού σώματος …   Dictionary of Greek

  • κυτταροφάρυγγας — ο ζωολ. εγκόλπωση τής μεμβράνης τών βλεφαριδοφόρων πρωτοζώων η οποία αρχίζει από το κυτταρόστομα και λειτουργεί ως φάρυγγας. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ελληνογενούς ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. cytopharynx < cyt(ο) (βλ. κυτταρο ) + pharynx <… …   Dictionary of Greek

  • κόλπος — I (Ανατ.). Όρος που αναφέρεται στις παρακάτω ανατομικές δομές: 1. Κ. ή κολεύς. Μυομεμβρανώδης σωληνώδης δομή που εκτείνεται από το αιδοίο στον τράχηλο της μήτρας. Ο κ. έχει κυλινδρικό σχήμα και λίγο πλατυσμένο από μπροστά προς τα πίσω. Το μήκος… …   Dictionary of Greek

  • νευρικός — ή, ό, θηλ. και ιά (ΑΜ νευρικός, ή, όν) [νεύρον] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα νεύρα ή αυτός που προκαλείται από τα νεύρα (α. «νευρικό σύστημα» β. «νευρικός κλονισμός») 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα νευρικά οι παθήσεις τών νεύρων νεοελλ. 1 …   Dictionary of Greek

  • ραβδίο — (Ανατ.). Φωτοϋποδοχέας του ματιού του ανθρώπου και των κατώτερων σπονδυλωτών. Τα ρ. αντιδρούν μόνο στο αδύνατο φως. Αυτά, όπως ακριβώς και τα κωνία, βρίσκονται στην εξωτερική όψη που εμφανίζει ο αμφιβληστροειδής. Αποτελούνται από μια σύναψη στην… …   Dictionary of Greek

  • σέικ — (I) το, Ν άκλ. (ξεν. τ.) είδος χορευτικής μουσικής και χορού. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. shake «κούνημα, τίναγμα» < ρ. shake «σείω, κουνώ»]. (II) το, Ν άκλ. (ξεν. τ.) ωκεαν. κυματανάπαλση, ρυθμική ταλάντωση τού νερού σε μια λίμνη ή σε μια μερικώς… …   Dictionary of Greek

  • όρμος — Θαλάσσια περιοχή κατάλληλη για αγκυροβόληση πλοίων, λιμανάκι. Ό. λέγεται και αρχαίο κόσμημα, παρόμοιο με το περιδέραιο, κοσμητικό συμπλήρωμα όχι μόνο της γυναικείας ενδυμασίας αλλά και της αντρικής. Αποτελείται από πολύτιμη αλυσίδα ή νήμα, στην… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.